Vocabulary
Below is all of the vocabulary in this lesson. It includes all of the vocabulary from the vocabulary list, most (if not all) of the vocabulary supplied for the story, and a few additional but logically relavent words. Click on words to hear them pronounced. Hover your cursor over them to see a gloss. There is a slight delay before the gloss apears. Review the vocabulary until you can say the gloss for each word before it can display.
For nouns, the nominative singular form is listed first, and then the genitive form (to let you know if there is a root change). If the genitive root doesn't have a change only the ending will be listed preceded by a dash. Finally, there is an article (to let you know the gender). For adjectives, the three nominative singular forms are listed, which represent all three genders.
Verbsἐλπίζω, ἐλπιῶ, ἤλπισα
ἐπιπέμπω, ἐπί + πεμπ-, ἐπιπέμψω, ἐπέπεμψα
πράττω, πράξω, ἔπρᾱξα
προσβάλλω, προσβαλῶ, προσέβαλον
συμβάλλω, συμβαλῶ, συνέβαλον
συνέρχομαι, σύνειμι, συνῆλθον
χράομαι, like ζάω present and imperfect forms have η where α would be expected., χρήσομαι, ἐχρησάμην
|
Adverbs ἀληθῶς, (ἀληθέστερον), (ἀληθέστατα)
ἄμεινον
ἀνδρείως, (ἀνδρειότερον), (ἀνδρειότατα)
ἄριστα
εὖ, (ἄμεινον), (ἄριστα)
κακῶς, (κάκιον), (κάκιστα)
καλῶς, (ἄμεινον), (ἄριστα)
μέγα, (μεῖζον), (μέγιστα)
πολύ, (πλέον), (πλεῖστα)
|
|
Nounsὁπλίτης, -ου, ὁ
πλῆθος, πλήθους, τό
στόλος, -ου, ὁ
στρατιώτης, -ου, ὁ
στρατός , -οῦ, ὁ
|
Proper NamesἝλλην, Ἕλληνος, ὁ
Εὔβοια, -ας, ἡ
Θερμοπύλαι, -ῶν, αἱ
Κόρινθος, Κορίνθου, ἡ
Λακεδαιμόνιοι, Λακεδαιμονίων, οἱ
Λεωνίδης, -ου, ὁ
Ξέρξης, -ου, ὁ
Πέρσαι, -ῶν, αἱ
|
Pronounsοὗτος, αὕτη, τοῦτο
|
Adjectives ἀγαθός, -ἠ, -όν, (ἀμείνων, -ον), (ἄριστος, -η, -ον)
ἀκίνητος, -η, -ον
ἀληθής, ἀληθές, (ἀηθέστερος, -α, -ον), (ἀληθέστατος, -η, -ον)
ἀμείνων, ἄμεινον
ἀνδρεῖος, -ᾱ, ον, (ἀνδρειότερος, -α, -ον), (ἀνδρειότατος, -η, -ον)
ἄριστος, -η, -ον
κακός, -ή, -όν, (κακίων, κάκιον), (κάκιστος, -η, -ον)
καλός, -ή, όν, (καλλίων, κάλλιον), (κάλλιστος, -η, -ον)
μέγας, μεγάλη, μέγα, (μείζων, μεῖζον), (μέγιστος, -η, -ον)
μέγιστος, -η, -ον
ὀλίγος, -η, -ον, (ἐλάττων, ἔλαττον), (ὀλίγιστος, -η, -ον)
πλεῖστος, -η, -ον
πλείων/πλέων, alternative forms for either masculine or feminine, πλέον
πολύς, πολλή, πολύ, (πλείων/πλέων, πλεῖον/πλέον), (πλεῖστος, -η, -ον)
στενός, -ή, -όν
σώφρων, σῶφρον
χαλεπός, -ή, όν, (χαλεπώτερος, -α, -ον), (χαλεπώτατος, -η, -ον)
|
Expressionsἐν μέσῳ
κατὰ γῆν
|
|
|
|